Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

Αποδοχή της ήττας:η επιστήμη της αποτυχίας.

Ο Kevin Dunbar είναι ένας ερευνητής ο οποίος μελετά τον τρόπο που οι επιστήμονες ερευνούν – το πως αποτυγχάνουν και επιτυγχάνουν. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ξεκίνησε μια έρευνα άνευ προηγουμένου: να παρατηρεί τέσσερα εργαστήρια βιοχημείας του Πανεπιστημίου του Stanford.

Αρκετοί φιλόσοφοι έχουν ασχοληθεί με την δημιουργία των θεωριών για το πώς συμβαίνει η επιστήμη, αλλά ο Dunbar θέλησε να πάει παραπέρα από τη θεωρία. Γνώριζε ότι οι επιστήμονες συχνά δεν σκέφτονται με τον τρόπο που υπαγορεύουν τα εγχειρίδια, άλλωστε πιστεύει αυτό που είπε ο Richard Feynman: «η φιλοσοφία της επιστήμης είναι περίπου τόσο χρήσιμη στους επιστήμονες όσο είναι και η ορνιθολογία στα πτηνά». Έτσι, ξεκίνησε μια έρευνα in vivo, επιχειρώντας να μάθει από την ακαταστασία των πραγματικών πειραμάτων.

Έτσι, πέρασε τον επόμενο χρόνο παρατηρώντας έγγραφα και δοκιμαστικούς σωλήνες: οι ερευνητές ήταν το κοπάδι του κι ο ίδιος ορνιθολόγος. Κατέγραψε συζητήσεις από τα συνεδριάσεις των επιστημόνων, διάβασε σπουδαίες προτάσεις και προσχέδια εργασιών, έριξε ματιές σε σημειωματάρια, παρακολούθησε συναντήσεις στα εργαστήρια, βιντεοσκόπησε συνεντεύξεις. Πέρασε τέσσερα χρόνια αναλύοντας τα δεδομένα....Παρόλο που οι ερευνητές χρησιμοποιούσαν κατά κύριο λόγο καθιερωμένες τεχνικές, το 50% τουλάχιστον των δεδομένων τους ήταν απρόσμενο (ενώ σε ορισμένα εργαστήρια ξεπερνούσε και το 75%). «Οι επιστήμονες είχαν αυτές τις λεπτομερείς θεωρίες σχετικά με αυτό που υπετίθετο ότι θα συνέβαινε, αλλά τα αποτελέσματα διαρκώς αντιτασσόταν στις θεωρίες τους. Δεν ήταν ασυνήθιστο για κάποιον να περάσει ένα μήνα πάνω σε ένα σχέδιο και μετά τα πετάξει στα σκουπίδια τα δεδομένα, γιατί απλά δεν έβγαζαν νόημα.

Αυτά τα στατιστικά στοιχεία συνεπήραν τον Dunbar. Η επιστημονική διαδικασία άλλωστε υποτίθεται ότι είναι μια οργανωμένη και τακτική αναζήτηση της αλήθειας, γεμάτη καλαίσθητες υποθέσεις και μεταβλητές ελέγχου/ Παρόλα αυτά, όταν παρατηρούνται από κοντά τα πειράματα αυτή η εξιδανικευμένη εκδοχή του εργαστηρίου κατέρρεε, και την θέση της έπαιρνε ένα ατέλειωτο απόθεμα απογοητευτικών εκπλήξεων.

«Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι τσαπατσούληδες. Εργάζονται σε ορισμένα από τα καλύτερα εργαστήρια του κόσμου. Αλλά τα πειράματα σπάνια μας λένε αυτά που νομίζουμε ότι θα μας πουν. Αυτό είναι το βρώμικο μυστικό της επιστήμης», λέει ο Dunbar.

Πως αντιδρούν όμως οι επιστήμονες σε αυτά τα αναπάντεχα δεδομένα; Πως χειρίζονται την αποτυχία; Ο Dunbar συνειδητοποίησε ότι η ευρεία πλειοψηφία των ανθρώπων στα εργαστήρια ακολουθούσε την ίδια βασική στρατηγική. Πρώτα, έριχναν το φταίξιμο στη μέθοδο. Το αναπάντεχο εύρημα ταξινομείτο ως απλό λάθος, ίσως λόγω του μηχανήματος ή ενός χαλασμένου ενζύμου. Μετά επαναλάμβαναν προσεκτικά το πείραμα. Μερικές φορές το παράξενο εύρημα εξαφανιζόταν και το πρόβλημα δεν υπήρχε πια. Αλλά συνήθως κάτι το παράξενο συνέχιζε να παρουσιάζεται, μια ανωμαλία που δεν εξαφανιζόταν.

Αυτό είναι το σημείο που τα πράγματα αποκτούν ενδιαφέρον. Σύμφωνα με τον Dunbar, ακόμη και μετά από πολλαπλή παραγωγή του «σφάλματος», οι επιστήμονες συνήθως δεν ακολουθούσαν αυτό το στοιχείο. «Δεδομένου του συνόλου των αναπάντεχων ευρημάτων στην επιστήμη, είναι απλά ανέφικτο να διερευνηθούν όλα» λέει ο Dunbar. «Πρέπει να διαλέξουν τι είναι ενδιαφέρον και τι όχι, αλλά συνήθως επιλέγουν λάθος». Κι έτσι το αποτέλεσμα του πειράματος συνήθως καταλήγει στον κάδο. Οι επιστήμονες είχαν ανακαλύψει ένα νέο δεδομένο αλλά το αποκάλεσαν αποτυχία.

Στην απόπειρά του να κατανοήσει περαιτέρω το πώς οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα παράφωνα δεδομένα, ο Dunbar πραγματοποίησε ορισμένα δικά του πειράματα. Σε μια μελέτη του 2003, έβαλε τελειόφοιτους του Dartmouth College να παρακολουθήσουν δυο μικρά βίντεο που δείχνουν δυο μπάλες, διαφορετικού μεγέθους, να πέφτουν. Το υλικό ήταν μια αναπαραγωγή του διάσημου και ίσως απόκρυφου πειράματος του Γαλιλαίου, κατά το οποίο έριξε μπάλες κανονιού διαφορετικού μεγέθους από τον Πύργο της Πίζας. Οι μεταλλικές μπάλες προσγειώθηκαν όλες ταυτόχρονα – μια διάψευση του Αριστοτέλη, ο οποίος υποστήριξε ότι τα βαρύτερα αντικείμενα έπεφταν πιο γρήγορα.

Ο Dunbar ζήτησε από τους φοιτητές ενώ παρακολουθούσαν το υλικό, να επιλέξουν την πιο ακριβή αναπαράσταση της βαρύτητας. Χωρίς εκπλήξεις, οι τελειόφοιτοι χωρίς σχέση με τη Φυσική διαφώνησαν με τον Γαλιλαίο. Θεώρησαν μη ρεαλιστική την εκδοχή ότι οι δυο μπάλες έπεφταν με τον ίδιο ρυθμό. Επιπλέον, ο Dunbar παρακολουθούσε τους φοιτητές με ένα μηχάνημα fMRI (μετράει την αιμοδυναμική ανταπόκριση στον εγκέφαλο), ανακάλυψε ότι στους τελειόφοιτους εκτός Φυσικής, κατά την παρακολούθηση του σωστού βίντεο, πυροδοτούνταν μια συγκεκριμένη σειρά εγκεφαλικών ενεργειών. Υπήρχε δραστηριότητα στο τμήμα του εγκεφάλου ACC το οποίο τυπικά συνδέεται με την αντίληψη σφαλμάτων και αντιφάσεων.

Μέχρι στιγμής, είναι προφανές: οι τελειόφοιτοι είναι αγράμματοι επιστημονικά. Αλλά ο Dunbar προχώρησε επίσης στο ίδιο πείραμα με τελειόφοιτους στην Φυσική. Όπως ήταν αναμενόμενο, η μόρφωσή τους τους επέτρεψε να εντοπίσουν το σφάλμα, κι έτσι ήταν το εσφαλμένο βίντεο που ενεργοποίησε το τμήμα ACC.

Υπάρχει ακόμα μία περιοχή του εγκεφάλου που μπορεί να ενεργοποιηθεί καθώς επεξεργαζόμαστε την πραγματικότητα, ο πλαγιοπίσθιος προμετωπικός φλοιός ή αλλιώς DLPFC. Βρίσκεται ακριβώς πίσω από το μέτωπό μας και είναι ένα από τα τελευταία μέρη του εγκεφάλου που αναπτύσσεται στους ενήλικους. Παίζει κρίσιμο ρόλο στην καταστολή των αποκαλούμενων ανεπιθύμητων αναπαραστάσεων, να ξεφορτώνεται τις σκέψεις που δεν συνάδουν με τις αντιλήψεις μας. Αυτό το σημείο για τους επιστήμονες είναι πρόβλημα.

Όταν οι φοιτητές Φυσικής είδαν το αριστοτελικό βίντεο, το DLPFC ενεργοποιήθηκε και γρήγορα διέγραψαν την εικόνα από το υποσυνείδητό τους. (Όταν το DLPFC έχει υποστεί ζημιά, οι άνθρωποι συχνά παλεύουν για να συγκεντρωθούν, αφού δεν μπορούν να φιλτράρουν τα άσχετα ερεθίσματα). Το DLPFC λογοκρίνει συνέχεια τον κόσμο, διαγράφοντας γεγονότα από τις εμπειρίες μας. Αν το ACC είναι το κύκλωμα για τον εντοπισμό σφαλμάτων, το DLPFC είναι πλήκτρο Delete.

Αυτό δείχνει ότι δεν αναπαράγονται ακριβώς ίδια όλα τα δεδομένα στο μυαλό μας: όταν πρόκειται για την ερμηνεία των πειραμάτων, βλέπουμε αυτό που θέλουμε και αγνοούμε τα υπόλοιπα. Οι φοιτητές Φυσικής, για παράδειγμα, δεν είδαν το βίντεο και αναρωτήθηκαν αν ο Γαλιλαίος έχει δίκιο. Αντίθετα, επέδειξαν πίστη στη θεωρία και αγνόησαν ότι δεν μπορούσαν να εξηγήσουν. Η πίστη, με άλλα λόγια, είναι ένα είδος τύφλωσης.

Ενώ η επιστημονική διαδικασία θεωρείται τυπικά ως μια μοναχική επιδίωξη, οι ερευνητές λύνουν μόνοι τους προβλήματα, ο Dunbar ανακάλυψε ότι οι περισσότερες επιστημονικές ιδέες προέκυπταν στις συναντήσεις στα εργαστήρια, σε αυτές τις εβδομαδιαίες συνεδρίες κατά τις οποίες οι άνθρωποι παρουσιάζουν δημοσίως τα δεδομένα τους. Αυτό που είχε ενδιαφέρον ήταν ότι το πιο σημαντικό πράγμα στις συναντήσεις αυτές δεν ήταν τα όσα παρουσιαζόταν αλλά ο διάλογος που ακολουθούσε. Ο Dunbar παρατήρησε ότι οι (ενίοτε θερμές) ερωτήσεις των σκεπτικιστών συχνά πυροδοτούσαν σημαντικές εξελίξεις, καθώς οι επιστήμονες αναγκαζόταν να αναθεωρήσουν δεδομένα που είχαν πριν αγνοήσει. Η νέα θεωρία ήταν προϊόν μιας αυθόρμητης συζήτησης, όχι μοναξιάς.

Γι’ αυτό οι άλλοι άνθρωποι μπορούν προσφέρουν τόση βοήθεια: μας σοκάρουν και βγαίνουμε από τις αντιληπτικές συνήθειες μας. «Το είδα να συμβαίνει επανειλημμένα. Ένας επιστήμονας να προσπαθεί να εξηγήσει την προσέγγισή οτυ, οι άλλοι να είναι αμυντικοί, και μετά να έχουν αυτήν προβληματισμένη έκφραση στο πρόσωπό τους. Σαν να κατάλαβαν επιτέλους τι ήταν το σημαντικό».

Αυτό που προέκυψε να είναι τόσο σημαντικό, φυσικά, ήταν το αναπάντεχο αποτέλεσμα, η έκβαση του πειράματος που γινόταν αντιληπτή ως λάθος. Η απάντηση ήταν εκεί εξαρχής – απλά το απέκρυπτε η ατελής θεωρία και ο στενόμυαλος εγκέφαλός μας. Με άλλα λόγια, ο Bob Dylan έχει δίκιο: «Δεν υπάρχει επιτυχία σαν την αποτυχία».
Πηγή: Wired Magazine
tvxs.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Related Posts with Thumbnails