Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

Ο Κέινς και η σοσιαλδημοκρατία σήμερα.


Για 80 και πλέον χρόνια, ο κεϋνσιανισμός ήταν συνδεδεμένος με τη σοσιαλδημοκρατική πολιτική του ‘μεγάλου κράτους’. Αλλά η σχέση του Τζον Μάιναρντ Κέινς με την σοσιαλδημοκρατία δεν είναι απλή. Γιατί μπορεί ο Κέινς να ήταν ο αρχιτέκτονας ορισμένων βασικών στοιχείων του ίδιου του πυρήνα της σοσιαλδημοκρατίας – πρωτίστως της έμφασης στη διατήρηση της πλήρους απασχόλησης – όμως δεν προσυπέγραψε άλλους βασικούς της στόχους: τη δημόσια ιδιοκτησία των επιχειρήσεων και τη μεγάλη ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας.

Στη Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, των Επιτοκίων και του Χρήματος, ο Κέινς καταλήγει συνοψίζοντας τα ισχυρά και τα αδύναμα σημεία του καπιταλιστικού συστήματος. Όπως παρατηρεί, ο καπιταλισμός ως σύστημα παρέχει καλύτερη περιφρούρηση των ατομικών ελευθεριών και της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας. Από την άλλη όμως οι αγορές, δίχως ρύθμιση, δεν καταφέρουν να επιτύχουν δύο βασικούς στόχους κάθε πολιτισμένης κοινωνίας: «Τα βασικά ελαττώματα της οικονομικής κοινωνίας στην οποία ζούμε τώρα είναι η αποτυχία της να παράσχει πλήρη απασχόληση και η αυθαίρετη και άνιση διανομή του πλούτου και του εισοδήματος». Εξ αυτού προτείνεται ο ενεργητικός ρόλος του κράτους και κατ’ αυτό ο Κέινς συμπίπτει με βασικά σημεία της αριστερής σκέψης....Μέχρι τη δημοσίευση της Γενικής Θεωρίας το 1936, οι Σοσιαλδημοκράτες δεν ήξεραν πώς να πετύχουν την πλήρη απασχόληση. Η πολιτική τους έτεινε στην αποστέρηση της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής από τους κεφαλαιοκράτες. Δεν είχαν όμως προχωρήσει σε επεξεργασίες περί το πώς η απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλήρη απασχόληση. Υπήρχε μια γενική ιδέα, που είχε την αφετηρία της στα γραπτά του Μαρξ και του Ρικάρντο, ότι οι κεφαλαιοκράτες χρειάζονταν έναν ‘εφεδρικό στρατό ανέργων’ για να διατηρούν υψηλά τα ποσοστά κέρδους. Αν, επομένως, εξαφανίζονταν το κέρδος, θα εξέλειπε η ανάγκη ενός ‘εφεδρικού στρατού’. Η εργασία θα πληρώνονταν κατά την αξία της και κάθε ένας που ήθελε να εργαστεί θα μπορούσε να βρει μια θέση εργασίας.

Αλλά πέρα από την πολιτική αδυναμία της εθνικοποίησης μιας ολόκληρης οικονομίας με ειρηνικό τρόπο, η προσέγγιση αυτή παρουσίαζε το κρίσιμο ελάττωμα να αγνοεί το ρόλο της συνολικής ζήτησης. Υπέθετε ότι σε περίπτωση που καταργούνταν το κέρδος, η ζήτηση θα ήταν πάντα επαρκής.

Αυτό που έδειξε ο Κέινς είναι ότι η κύρια αιτία των εξάρσεων μεγάλης και παρατεταμένης ανεργίας δεν είναι η αποστέρηση των κερδών από τους εργαζομένους, αλλά οι διακυμάνσεις των ιδιωτικών επενδύσεων σε έναν αβέβαιο κόσμο. Σε κάθε κυκλική ύφεση, η ανεργία προκύπτει ως κάμψη της επενδυτικής ζήτησης.

Επομένως το σημαντικό γινόταν όχι πια η εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής, αλλά η κοινωνικοποίηση των επενδύσεων. Η παραγωγική δραστηριότητα μπορούσε να αφεθεί στον ιδιωτικό τομέα, εφ' όσον το κράτος διασφάλιζε αρκετή ισχύ δαπανών ώστε να παρεμβαίνει στην οικονομία και να διατηρεί το επίπεδο πλήρους απασχόλησης. Αυτό μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της νομισματικής και της δημοσιονομικής πολιτικής: χαμηλά επιτόκια και μεγάλα κρατικά επενδυτικά προγράμματα.

Με δύο λόγια, ο Κέινς ήθελε να πετύχει ένα βασικό στόχο της σοσιαλδημοκρατίας δίχως μεταβολές στην ιδιοκτησία των επιχειρήσεων. Παρόλα αυτά πίστευε ότι η αναδιανομή του εισοδήματος είχε σημασία και μπορούσε να διασφαλίσει την πλήρη απασχόληση. Η μεγαλύτερη τάση στην κατανάλωση «θα ενίσχυε παράλληλα την ώθηση για επενδύσεις».

Επομένως, μια μέτρια αναδιανομή του εισοδήματος ήταν η πιο ριζοσπαστική πολιτική συνεπαγωγή της οικονομικής θεωρίας του Κέινς, αλλά τα μέτρα αυτά ήτανε και τα όρια της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία κατ’ εκείνον. Στο βαθμό που «το κράτος μπορούσε να προσδιορίσει το συνολικό ποσό των πόρων που αφιερώνονται στην αύξηση των μέσων παραγωγής (δηλαδή της κεφαλαιακής βάσης) και της βασικής ανταμοιβής σε εκείνους που τα κατέχουν», δεν υπάρχει «προφανής λόγος» για περαιτέρω παρέμβαση του κράτους στην οικονομία. Ο δημόσιος τομέας δεν θα υποκαθιστούσε τον ιδιωτικό τομέα, θα τον συμπλήρωνε.

Σήμερα η ιδέα της πλήρους απασχόλησης και της ισότητας παραμένουν στον πυρήνα της σοσιαλδημοκρατίας. Αλλά η πολιτική πάλη πρέπει να διεξαχθεί σε νέα μέτωπα. Το παλαιό μέτωπο ήταν μεταξύ κρατών και ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής – των επιχειρηματιών - σήμερα το μέτωπο είναι μεταξύ των κρατών και του χρηματοπιστωτικού τομέα. Προτάσεις και μέτρα όπως οι προσπάθειες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για ρύθμιση της αγοράς παραγώγων, η απαγόρευση των βραχυπροθεσμών πωλήσεων από τη βρετανική κυβέρνηση την επαύριο της χρηματοπιστωτικής χρήσης, ή το αίτημα για επιβολή ανωτάτου κατωφλίου στις αμοιβές των στελεχών του τραπεζικού τομέα αποτελούν τις σύγχρονες εκφράσεις της επιθυμίας για μείωση των δυνατοτήτων της χρηματοπιστωτικής κερδοσκοπίας να πλήττει την οικονομία.

Η νέα εστίαση στην ανάγκη για χαλιναγώγηση της ισχύος του χρηματοπιστωτικού τομέα, αποτελεί, κατά βάση, συνέπεια της παγκοσμιοποίησης. Το κεφάλαιο κινείται μέσα στα σύνορα πιο ελεύθερα και πιο γρήγορα από ό,τι τα αγαθά και οι άνθρωποι. Και όμως, καθώς μεγάλες παγκόσμιες εταιρείες χρησιμοποιούν την υψηλή συγκέντρωση χρηματοπιστωτικών πόρων που διαθέτουν για να πιέσουν προς περαιτέρω απορρύθμιση του συστήματος (‘αλλιώς θα πάμε κάπου αλλού...’), η κρίση έχει μετατρέψει αυτό το μέγεθος σε παθητικό.

Το πρόβλημα του συστημικού μεγέθους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σημαίνει απλά ότι τα ιδρύματα είναι πολύ μεγάλα. Ο Κέινς έβλεπε κι έγραφε ότι «στο επισφαλές των χρηματοπιστωτικών αγορών οφείλεται σε μεγάλο βαθμό το σύγχρονό μας πρόβλημα της διασφάλισης επαρκών επενδύσεων». Αυτό ισχύει σήμερα – 70 χρόνια μετά – πολύ περισσότερο από ό,τι στην εποχή του Κέινς. Αντί να διασφαλίζει επενδύσεις για τους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας, ο χρηματοπιστωτικός κλάδος τείνει να διασφαλίζει χρήματα μόνο για τον εαυτό του.

Αυτό σημαίνει πως για άλλη μια φορά υπάρχει ανάγκη για μια ενεργητική κρατική παρέμβαση. Και όπως θα υποστήριζε ο Κέινς, είναι σημαντικό η ανάπτυξη της δράσης του κράτους να μην βασιστεί στην όποια πολιτική ιδεολογία, αλλά σε υγιείς οικονομικές αρχές.

Απαιτείται πλέον κρατική παρέμβαση που θα γεφυρώσει τα χάσματα τα οποία δεν μπορούμε να αναμένουμε ότι θα γεφυρώσει ο ιδιωτικός τομέας. Η παρούσα κρίση έδειξε με σαφήνεια που δεν επιτρέπει άλλες αμφιβολίες ότι οι ιδιωτικές αγορές δεν μπορούν να ρυθμιστούν από μόνες τους. Η ρύθμιση στο εσωτερικό της κάθε χώρας είναι συνεπώς μια βασική λειτουργία που οι κυβερνήσεις πρέπει να αναλάβουν. Παράλληλα, θέλουμε την αποκατάσταση ορισμένων φραγμών στη διεθνή ροή κεφαλαίων με τη μορφή της διεθνούς φορολογίας, περιορίζοντας έτσι τις κρίσεις ώστε να μη γίνονται παγκόσμιες. Πρόκειται για μια ακόμη υποχρέωση που θα πρέπει να αναλάβουν οι κυβερνήσεις.

Η βασική συμβολή του Κέινς στη σοσιαλδημοκρατία δεν έχει, πάντως, να κάνει με τα επιμέρους της πολιτικής. Έχει να κάνει με τη βασική αρχή ότι το κράτος, σαν ύστατος προστάτης του δημόσιου αγαθού, έχει να επιτελέσει χρέη και πρέπει να ρυθμίζει τις δυνάμεις της αγοράς. Αν θέλουμε τις αγορές για να αποτρέπουν τις αρνητικές συμπεριφορές του κράτους, θέλουμε το κράτος για να αποτρέπει τις αρνητικές συμπεριφορές των αγορών. Αυτό σήμερα σημαίνει ότι πρέπει να δώσουμε ένα τέλος στις αρνητικές συμπεριφορές των χρηματοπιστωτικών αγορών – δηλαδή να περιορίσουμε τη δύναμη και τα κέρδη τους.
sofokleous10.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Related Posts with Thumbnails