Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

Το ευρώ χρειάζεται τον γερμανικό έλεγχο επί της Ευρωζώνης.


Μπορεί το ευρώ να διατηρήσει τη θέση του σαν παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα μετά την ευρωπαϊκή κρίση δημόσιου χρέους;

Ίσως, αλλά μόνο αν η Ευρωζώνη πάψει να είναι η χαλαρή εκείνη ομάδα κρατών όπου το κάθε κράτος μέλος πορεύεται κατά τις παραδόσεις του και ενισχυθεί ο κεντρικός έλεγχος των χωρών πιστωτών της Βόρειας Ευρώπης, με επικεφαλής τη Γερμανία, επί του συνόλου. Μια τέτοια εξέλιξη είναι πιθανόν ότι θα οδηγήσει στην επιβολή πιο αυστηρών και αντιλαϊκών μέτρων στις χώρες χρεώστες της Νότιας Ευρώπης που προσπαθούν τώρα να τα βγάλουν πέρα με την νέα ισορροπία ισχύος της Ευρώπης.

Τα πράγματα ηρέμησαν μετά την ανακοίνωση του εγχειρήματος διάσωσης των ‘αδύναμων κρίκων’ της ευρωπαϊκής περιφέρειας, δηλαδή της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας το Μάιο, με την έγκριση χρηματοδότησης ύψους 750 δις ευρώ. Από τις αρχές Ιουνίου το ευρώ ενισχύθηκε έναντι του δολαρίου κατά 6% και η Ευρώπη κέρδισε πολύτιμο χρόνο ώστε να βάλει τα δημόσια οικονομικά της σε τάξη. Καθώς όμως το κόστος της διάσωσης θα αυξάνει, τα κράτη μέλη θα δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να θάβουν τις πολιτικές και οικονομικές διαφορές τους και να ανακαλύπτουν εκ νέου ένα πνεύμα αλληλεγγύης ικανό να διαφυλάξει το μέλλον του ευρώ....Αυτή η αλληλεγγύη θα έχει κόστος. Ο Βορράς κρατά σφιχτά τον έλεγχο του χρήματος. Και αν ο Βορράς ευημερεί ενώ ο Νότος καταρρέει μέσα σε χρέη και ύφεση, η Ευρώπη θα οδηγηθεί σε πολιτικό χάος. Μπορεί να δούμε ακόμη και τη διάρρηξη της Νομισματικής Ένωσης σε ένα ισχυρό βόρειο τμήμα κι ένα ασθενέστερο νότιο μέσα στα επόμενα 5 έως 10 έτη.

Ο νέος μηχανισμός δανεισμού της Ευρωζώνης, που ιδρύθηκε με βάση τη συμφωνία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και έχει έδρα το Λουξεμβούργο, στοχεύει στην παροχή εναλλακτικών δυνατοτήτων χρηματοδότησης στα … προβληματικά κράτη μέλη σε περίπτωση που δεν μπορούν να ξεπεράσουν το εμπόδιο των χρηματοπιστωτικών αγορών – αλλά με τιμωρητικό κόστος υψηλών επιτοκίων.

Αυτός είναι και ο στόχος του ξεχωριστού χρηματοδοτικού μηχανισμού ύψους 110 δις ευρώ εκ του οποίου ήδη δανείζεται η Ελλάδα προκειμένου να απόσχει 2 ή 3 χρόνια από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων. Το πρόβλημα είναι ότι το πρίμιουμ κινδύνου των κρατικών ομολόγων της που καταβάλλει η Ελλάδα στη δευτερογενή αγορά δεν έχει μειωθεί καθόλου. Η διαφορά αποδόσεων των ελληνικών έναντι των γερμανικών ομολόγων ξεπερνά τις 800 μονάδες βάσης.

Σχεδόν αναπόφευκτες θα πρέπει να θεωρούμε τις αποσταθεροποιητικές διαφωνίες εκτός του Δ.Σ. της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που παλεύει να τα βγάλει πέρα με τις μείζονες νομισματικές προκλήσεις της λιτότητας, του αυξανόμενου δημόσιου χρέους των κρατών-μελών του ευρωπαϊκού Νότου και της ανάπτυξης των κρατών πιστωτών του Βορρά, όπως η Γερμανία, στη βάση των εξαγωγών.

Οι επιπτώσεις της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής αναταραχής προβληματίζουν τώρα, για πρώτη φορά στα σοβαρά, τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης. Η αντίδραση της Γερμανίας σε ό,τι η καγκελάριος Αγκέλα Μέρκελ αποκάλεσε ‘υπαρξιακή πρόκληση’ για το ευρώ γίνεται σαφέστερη. Το αδιαμφισβήτητο μήνυμα είναι ότι η χώρα αυτή των 82 εκατομμυρίων ανθρώπων – σε συνεργασία με τους άλλους συμμάχους της, οπαδούς του ‘σκληρού νομίσματος’ στον ευρωπαϊκό Βορρά – επιδιώκει να ασκήσει έλεγχο επί της ευρωπαϊκής οικονομίας, για να αντιμετωπίσει την ευρεία αδυναμία των κρατών του Νότου να περιορίσουν τα ελλείμματά τους.

Για να καταλάβουμε γιατί συμβαίνουν όλα αυτά πρέπει να δούμε λίγο πίσω. Η υιοθέτηση του ευρώ, το 1991, έλαβε χώρα σε μια συγκυρία αφενός ευνοϊκή, αφετέρου ασταθή. Η συγκυρία ήταν ευνοϊκή γιατί σημαδεύονταν από την εμφάνιση ενός νέου νομίσματος, που υπόσχονταν να ενσωματώσει σε ευρωπαϊκή κλίμακα τα θετικά αντιπληθωριστικά χαρακτηριστικά του γερμανικού μάρκου: Η ΟΝΕ οδηγούσε στη δημιουργία ενός πανίσχυρου νομίσματος σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η συγκυρία ήταν όμως και ασταθής επειδή σημαδεύονταν από την έναρξη μιας μεγάλης αύξησης των παγκόσμιων αποθεματικών. Η ανάδυση του ευρώ συντελέστηκε σε μια δεκαετία όπου τα επίσημα παγκόσμια αποθεματικά τετραπλασιάστηκαν, από 1.9 τρις δολάρια το 2000 σε 8.1 τρις δολάρια, στα τέλη του 2009, με το 63% του συνόλου να κατέχεται από τις 11 πλεονασματικές χώρες της Ασίας – με

επικεφαλής την Κίνα

Η αύξηση των παγκόσμιων αποθεματικών οδήγησε σε μεγάλη ενίσχυση της ρευστότητας – εξαιτίας των ανισορροπιών των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών – που με τη σειρά της συμπίεσε προς τα κάτω τα επιτόκια και τα πρότυπα δανεισμού σε όλο τον κόσμο. Αυτές οι εξελίξεις τροφοδότησαν και τις χρηματοπιστωτικές υπερβολές οι οποίες οδήγησαν στη διατλαντική πιστωτική κρίση του 2007 – 2008.

Στην Ευρώπη αυτά τα φαινόμενα ενθάρρυναν τον υπερβολικό δανεισμό των κρατών που ήδη επωφελούνταν από τα πολύ χαμηλά επιτόκια, τα οποία ήταν το βασικό χαρακτηριστικό της μίας-πολιτικής-για-όλους της ΕΚΤ. Και το γεγονός αυτό, με τη σειρά του, συνετέλεσε στη δημιουργία των αναταραχών της κρίσης δημοσίου χρέους που ξέσπασε στην Ευρωζώνη το πρώτο ήμισυ του 2010.

Όλα αυτά τα στοιχεία όμως συνδέονται μεταξύ τους. Το 1999 οι κεντρικές τράπεζες αγωνιούσαν για τη μείωση της εξάρτησής τους από το δολάριο και είδαν την ανάδυση του ευρώ σαν ευκαιρία για τη διαφοροποίηση των αποθεματικών τους με ένα νόμισμα που κάλυπτε μια οικονομική ζώνη πολύ ευρύτερη από εκείνη που κάλυπτε το γερμανικό μάρκο.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι στα τέλη του 2000, στη βάση των επίσημων ανακοινώσεων των κρατών, τα παγκόσμια αποθεματικά σε ευρώ έφταναν το 27% του συνόλου, ποσοστό που αντιπροσωπεύει μια αξιοσημείωτη αύξηση από το 18% του 1999 . Την ίδια στιγμή το μερίδιο του δολαρίου στα παγκόσμια αποθεματικά ήταν 62% πέρσι έναντι 71% το 1999.

Η σημαντική ενίσχυση της διεθνούς σημασίας του ευρώ μάλλον ανακόπτεται με την κρίση δημόσιου χρέους της Ευρωζώνης. Η επιτυχία του ευρώ εξαρτάται από την ανανέωση της αλληλεγγύης ανάμεσα στο Βορρά και το Νότο της Ευρώπης.

Ο αρθρογράφος είναι συγγραφέας του βιβλίου “The Euro: The Politics of the New Global Currency” και πρόεδρος της συμβουλευτικής SCCO International.
sofokleous10.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Related Posts with Thumbnails