Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

«Δε με θέλω τουρίστα»


*Καθώς ολοκλήρωνα ή πρωτοπαρουσίαζα αυτές τις μουσικές, η Ελλάδα προσπαθούσε να επιβιώσει ανάμεσα σε μνημόνια και εξεταστικές επιτροπές. Κάθε φορά που επέστρεφα στην Αθήνα από ακόμα μια πρόβα στην Αγία Πετρούπολη ή μια συναυλία στο Βερολίνο, σκεπτόμουν ότι... ενώ λίγο καιρό παλαιότερα έλεγα να φύγω οικογενειακώς απ' την Ελλάδα, με όλη την ευγνωμοσύνη που της έχω, τώρα το έχω ήδη ξεχάσει. Εδώ είμαι, εδώ ζω, εδώ αγαπώ, εδώ πονώ. Δεν με θέλω τουρίστα, σε διαδήλωση την Πρωτομαγιά στη Γερμανία ή τη Γαλλία... Θα κάτσω εδώ, να δεχτώ το δώρο της ταπείνωσης. Οχι αυτής που προκύπτει απ' τα χρέη μας προς τραπεζίτες και οργανισμούς, ποσώς μ' ενδιαφέρουν αυτά. Αλλά της ταπείνωσης του ανθρώπου που, ενώ μικρός ήθελε ν' αλλάξει τον κόσμο, στη δύσκολη στιγμή δεν μπορεί ούτε τη γειτονιά του να κάνει καλύτερη. Οχι πως ήταν εύκολα ή δίκαια τα πράγματα πιο παλιά, όμως τώρα θα φανούν πολλά: Τι είμαστε διατεθειμένοι να μοιραστούμε, ποιες πολυτέλειές μας θα μας βαραίνουν όταν ο φίλος δεν θα έχει να ταΐσει τα παιδιά του, ποιες λύσεις θα γυρέψουμε, ποιον κόσμο θα ονειρευτούμε, με τι θα ανταλλάξουμε όσα και όσους μας έφεραν εδώ, με ποια ευγένεια θα πολεμήσουμε, πόσο θα αγαπηθούμε. Εδώ λοιπόν, να με δω στην πράξη. Γιατί στα λόγια υπήρξα αρκετά καλός... *
Απόσπασμα από συνέντευξη του Αλκίνοου Ιωαννίδη στην "Ελεθεροτυπία", εδώ:  http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=208504
Λοιπόν αγρίεψε ο κόσμος σαν καζάνι που βράζει,
σαν το αίμα που στάζει, σαν ιδρώτας θολός.
Πότε πότε γελάμε, πότε κάνουμε χάζι
και στα γέλια μας μοιάζει να γλυκαίνει ο καιρός
Mα όταν κοιτάζω τις νύχτες τις ειδήσεις να τρέχουν
ξέρω ότι δεν έχουν νέα για να μου πουν
Ήμουν εγώ στη φωτιά κι ήμουν εγώ η φωτιά
είδα το τέλος με τα μάτια ανοιχτά

Είδα τον πόλεμο φάτσα, τη φυλή και τη ράτσα
προδομένη από μέσα απ΄τους πιο πατριώτες
να χουν τη μάνα μου αιχμάλωτη με το όπλο στο στόμα
τα παιδιά τους στολίζουν σήμερα στη Βουλή
Κάτω από ένα τραπέζι, το θυμάμαι σαν τώρα,
με μια κούπα σταφύλι στου βομβαρδισμού την ώρα
είδα αλεξίπτωτα χίλια στον ουρανό σαν λεκέδες
μου μιλούσε ο πατέρας μου να μη φοβηθώ
Κοίταξε τι ωραία που πέφτουν, τι ωραία που πέφτουν

Είδα γονείς ορφανούς, ο ένας παππούς απτη Σμύρνη
στη Δράμα πρόσφυγας πήγε να βρει βουλγάρικη σφαίρα
κι ο άλλος Κύπριος φυγάς στο μαύρο τότε Λονδίνο
στα 27 του στα δύο τον κόψανε οι Ναζί
Είδα μισή Λευκωσία, βουλιαγμένη Σερβία
στο Βελιγράδι ένα φάντασμα σάδειο ξενοδοχείο
αμερικάνικες βόμβες και εγώ να κοιμάμαι
αύριο θα τραγουδάνε στης πλατείας τη γιορτή
Είδα κομμάτια το κρέας μες στα μπάζα μιας πόλης
είδα τα χέρια, τα πόδια, πεταμένα στη γη
Είδα να τρέχουν στο δρόμο με τα παιδιά τους στον ώμο
κι εγώ τουρίστας με βίντεο και φωτογραφική

Εδώ στην άσχημη πόλη που απτην ανάγκη κρατιέται
ένας λαός ρημαγμένος μετάλλια ντόπα ζητάει
Ολυμπιάδες
κι η χώρα ένα γραφείο τελετών
θα σου ζητήσω συγγνώμη που σε μεγάλωσα εδώ
Τους είχα δει να γελάνε οι μπάτσοι
κι απτην Ομόνοια να πετάν δακρυγόνα στο πυροσβεστικό
στο παράθυρο εικόνισμα άνθρωποι σαν λαμπάδες
και τα κανάλια αλλού να γυρνούν το φακό

Και είδα ξεριζωμένους να περνούν τη γραμμή
για μια πόρνη φτηνή ή για καζίνο και πούρα
έτσι κι αλλιώς μπερδεμένη η πίστη μας η καημένη
ο Σολωμός με Armani και την καρδιά ανοιχτή

Δεν ψάχνω ο εαυτός μου να ναι τόπος δικός μου
ξέρω πως όλα αν μου μοιάζαν, θα ταν αγέννητη η γη
δε με τρομάζει το τέρας ούτε κι ο άγγελός μου
ούτε το τέλος του κόσμου
Με τρομάζεις εσύ
Με τρομάζεις ακόμα οπαδέ της ομάδας
του κόμματος σκύλε, της οργάνωσης μάγκα
διερμηνέα Του Θεού, ρασοφόρε γκουρού
τσολιαδάκι φτιαγμένο, προσκοπάκι χαμένο
προσεύχεσαι και σκοτώνεις
τραυλίζεις ύμνους οργής
Έχεις πατρίδα το φόβο, γυρεύεις να βρεις γονείς
μισείς το μέσα σου ξένο κι όχι, δεν καταλαβαίνω
δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Share |

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Related Posts with Thumbnails