Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

Aπό πού έρχεται η ανάπτυξη της Γερμανίας;


Από πού έρχεται η ανάπτυξη; Το ερώτημα αυτό απασχολεί ολόκληρο το δυτικό κόσμο, από το Λονδίνο, την Ουάσινγκτον και το Τόκιο, μέχρι τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας οι οποίες προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις των μέτρων λιτότητας. Το ίδιο ερώτημα απασχόλησε την ομιλία που εκφώνησε τη Δευτέρα ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον στη συνδιάσκεψη της Συνομοσπονδίας της Βρετανικής Βιομηχανίας, η οποία ανησυχεί για το αντίκτυπο της μεγάλης περικοπής δημοσίων δαπανών του κυβερνητικού του συνασπισμού στην ανάπτυξη. Για να απαντήσουμε ωστόσο στο ερώτημα «από πού έρχεται η ανάπτυξη;», το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να δούμε το παράδειγμα μιας δυτικής χώρας που απολαμβάνει μια εκπληκτική αναγέννηση: της Γερμανίας.

Κατά μια έννοια βέβαια, η ίδια η ερώτηση είναι λάθος. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το 2011 η παγκόσμια ανάπτυξη θα ξεπεράσει το 4%....Πρόκειται για έναν ρυθμό υψηλό, ακόμη και με βάση τα προ κρίσης στάνταρ, άλλο τώρα αν η ανάπτυξη αυτή κατανέμεται άνισα ανάμεσα στις αναπτυσσόμενες χώρες και τις χώρες της Δύσης που προσπαθούν ακόμη να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Κατά μία άλλη έννοια, η απάντηση στην ερώτηση είναι προφανής, αφού η ανάπτυξη θα έρθει από εκεί που έρχεται πάντα: από τη δραστηριότητα εκατομμυρίων ατόμων, επιχειρηματιών, επενδυτών και καταναλωτών, χάρη σε ένα μείγμα εμπιστοσύνης και αναζήτησης της καλύτερης ευκαιρίας.

Το ερώτημα για τις κυβερνήσεις είναι τι μπορούν να κάνουν για να δημιουργήσουν τις συνθήκες ώστε να απολαύσουν και οι δικές τους οικονομίες τμήμα της παγκόσμιας ανάπτυξης. Από την άποψη αυτή ο Κάμερον δεν είπε τίποτα περισσότερο από τα συνήθη και τυπικά μέτρα: προώθηση των εξαγωγών, αναβάθμιση υποδομών, επενδύσεις στην εκπαίδευση και τις επιστήμες, κάποιες μαγικές νέες κυβερνητικές πρωτοβουλίες για αύξηση της προσφοράς των ριψοκίνδυνων κεφαλαίων. Σωστά εξάλλου επισήμανε πως η μεγαλύτερη συμβολή των κυβερνήσεων στην ανάπτυξη αφορά τη διασφάλιση ενός σταθερού και προβλέψιμου μακροοικονομικού περιβάλλοντος, που η βρετανική κυβέρνηση συνασπισμού ήδη έκανε με την υιοθέτηση ενός σκληρού προϋπολογισμού και τις γενναίες περικοπές των δημοσίων δαπανών.

Αλλά αυτές είναι οι εύκολες απαντήσεις. Για να δούμε τι πραγματικά απαιτείται για τη δημιουργία συνθηκών ανάπτυξης, πρέπει να δούμε το παράδειγμα της οικονομικής αποδοτικότητας της Γερμανίας τα τελευταία 20 χρόνια. Στα 10 χρόνια που προηγήθηκαν της δημιουργίας του ευρώ, η Γερμανία υπέστη μια τρομακτική απώλεια ανταγωνιστικότητας, εν μέρει εξαιτίας των νομισματικών υποτιμήσεων των εμπορικών της εταίρων πριν την εισαγωγή του νέου νομίσματος και εν μέρει εξαιτίας του εγχώριου πληθωρισμού που προκλήθηκε από την ανάπτυξη που ακολούθησε την ενοποίηση των δύο Γερμανιών. Σύμφωνα με έρευνα της Deutsche Bank, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής η Γερμανία υπέστη την τρίτη μεγαλύτερη αύξηση της πραγματικής της συναλλαγματικής ισοτιμίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Κατά συνέπεια, η ανάπτυξή της κατά το πρώτο ήμισυ της παρούσας δεκαετίας υπήρξε εξαιρετικά χαμηλή, γεγονός που συνέγειρε ευρύτατες επικρίσεις για το οικονομικό μοντέλο της χώρας.

Παρόλα αυτά, κατά την επόμενη δεκαετία, και παρά το ότι ήταν μέλος μιας νομισματικής ένωσης που καθιστούσε αδύνατη τη νομισματική υποτίμηση, η Γερμανία κατάφερε να περιορίσει την πραγματική της συναλλαγματική ισοτιμία σχεδόν κατά 20%, μέσα από τη συμπίεση του σχετικού μοναδιαίου κόστους εργασίας. Επρόκειτο για την μεγαλύτερη αύξηση ανταγωνιστικότητας στην Ευρωζώνη. Η κυβέρνηση απελευθέρωσε την αγορά απασχόλησης με μια σειρά μεταρρυθμίσεων που είχαν τον τίτλο Ατζέντα 2010. Οι γερμανικές εταιρείες απάντησαν μειώνοντας το εργατικό κόστος, συχνά σε αρμονική συνεργασία με τα συνδικάτα, χάρη στο γερμανικό σύστημα που δίνει στους εργαζόμενους ισχυρή συμμετοχή και φωνή μέσα στα διοικητικά συμβούλια των εταιριών. Το αποτέλεσμα ήταν η παραγωγή μιας πολύ πιο ανταγωνιστικής και ευέλικτης εργατικής δύναμης, η οποία επέτρεψε στις γερμανικές εταιρείες να λάβουν ευέλικτα μέτρα κατά τη διάρκεια της ύφεσης προκειμένου να περιορίσουν το εργατικό κόστος: 1.5 εκατομμύριο Γερμανοί δούλευαν λιγότερες ώρες στα τέλη του 2008, αποφεύγοντας έτσι την ανάγκη για μαζικές απολύσεις και επιτρέποντας τις γερμανικές εταιρείες να ανταποκριθούν άμεσα στην αύξηση της ζήτησης με την έλευση της ανάκαμψης.

Τα αποτελέσματα αυτών των κερδών ανταγωνιστικότητας υπήρξαν εκπληκτικά. Το γερμανικό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών του έτους 1999 μετατράπηκε στο μεγάλο πλεόνασμα του 2010 χάρη στη μεγάλη αύξηση των εξαγωγών. Οι γερμανικές εξαγωγές αντιπροσωπεύουν σήμερα ένα εκπληκτικό 48% του ΑΕΠ. Η Γερμανία είναι η μεγάλη προμηθεύτρια βιομηχανικών προϊόντων υψηλής ποιότητας στον αναπτυσσόμενο κόσμο, και ο φετινός ρυθμός ανάπτυξής της αναμένεται να φτάσει το 3% αντανακλώντας την ταχεία ανάπτυξη των αναδυόμενων χωρών. Το μειονέκτημα της λιτότητας που η Γερμανία επέβαλε στον εαυτό της κατά την προηγούμενη δεκαετία είναι ότι η εγχώρια ζήτηση παραμένει χαμηλή. Ακόμα και έτσι όμως, το ποσοστό ανεργίας κάτω του 8% αποτελεί ιστορικό χαμηλό για τη χώρα και κάτι αξιοζήλευτο για όλο τον κόσμο.

Η αναγέννηση της Γερμανίας εμπεριέχει μια σαφή προειδοποίηση αλλά και ένα ελπιδοφόρο μήνυμα για τις χώρες της Ευρωζώνης που παγιδεύτηκαν στην ανάπτυξη και σήμερα προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τα ανεξέλεγκτα δημόσια ελλείμματά τους. Η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Ισπανία όλες τους επέτρεψαν τη μεγάλη αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, καθώς εκμεταλλεύονταν το φτηνό δανεισμό τροφοδοτώντας μια ανάπτυξη βασισμένη σε δανεικά. Το παράδειγμα της Γερμανίας έχει δείξει ότι μόνον οι σκληρές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μπορούν να αποκαταστήσουν την ανταγωνιστικότητα. Και οι τέσσερις αυτές χώρες προχώρησαν σε μειώσεις μισθών των δημοσίων υπαλλήλων κι αυτό αποτέλεσε ένα κρίσιμο πρώτο βήμα. Το 2009 η ανταγωνιστικότητα της Ιρλανδίας βελτιώθηκε κατά 6% σε σχέση με το υπόλοιπο της Ευρωζώνης, ενώ ο μέσος μισθός μειώθηκε κατά 4% έναντι αύξησης 2% του υπολοίπου της Ευρωζώνης. Αλλά οι μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν την ευελιξία της αγοράς απασχόλησης παραμένουν ουσιαστικές.

Ο πιο βασικός λόγος αισιοδοξίας είναι ότι οι Γερμανοί φαίνεται ότι θα επιστρέψουν εκ νέου στην κατανάλωση, με δεδομένο το ρυθμό ανάκαμψης της οικονομίας τους. Η Γερμανία μπορεί κάλλιστα να γίνει η ατμομηχανή που θα σύρει την υπόλοιπη Ευρωζώνη μακριά από την επικίνδυνη ζώνη, απορροφώντας τις εξαγωγές των εταίρων της. Για την Ιρλανδία, οι εξαγωγές αντιπροσωπεύουν το 80% του ΑΕΠ, επομένως μια αύξηση των εξαγωγών κατά 5% θα αποδώσει ανάπτυξη 4%, μετασχηματίζοντας την δυναμική του ιρλανδικού δημόσιου χρέος. Εφόσον και οι υπόλοιπες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας είναι διατεθειμένες να πάρουν τα απαιτούμενα σκληρά μέτρα, οι αναφορές σε επικείμενη κατάρρευση της Ευρωζώνης ίσως αποδειχτούν εξαιρετικά πρόωρες.

Εν τω μεταξύ τα διδάγματα της γερμανικής ανάκαμψης πάνε πολύ πιο πέρα από την Ευρωζώνη. Τα τελευταία χρόνια πριν την κρίση, κι ενώ οι οικονομίες των ΗΠΑ και της Βρετανίας είχαν ανάπτυξη, Αμερικανοί και Βρετανοί πολιτικοί, οικονομολόγοι και σχολιαστές έτειναν να υποτιμούν τη Γερμανία υποστηρίζοντας ότι η οικονομία της είναι παγιδευμένη σε ένα παλιομοδίτικο μοντέλο. Ακόμη και σήμερα, κι ενώ οι κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ και της Βρετανίας ετοιμάζονται να προχωρήσουν σε ένα νέο γύρο ποσοτικής χαλάρωσης προκειμένου να υποτιμήσουν το νόμισμά τους και να τροφοδοτήσουν κάποιον πληθωρισμό, παραμένει η απροθυμία αναγνώρισης του ότι η Γερμανία έχει κάτι να διδάξει για το πώς μπορείς να καταστήσεις την οικονομία σου ευέλικτη, ανταγωνιστική και σύγχρονη. Κι αυτό είναι λάθος.
sofokleous10.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Related Posts with Thumbnails